Μετά το «λιομάζωμα» (που τελείωνε με το «λίχνισμα» για να φύγουν τα πολλά φύλλα και το «σάκιασμα»), γινόταν η μεταφορά του καρπού με κάρο ή τρακτέρ στο λιτρουβιό. Εκεί οι ελιές αδειάζονταν στα «παχνιά» μέχρι να έρθει η σειρά τους. Κι όταν έφτανε η σειρά τους, τις μετέφεραν εργάτες με μεγάλους στρογγυλούς κουβάδες και τις έριχναν στα λιθάρια.
Τα παλιά λιτρουβιά έκαναν την έκθλιψη του ελαιοκάρπου με μεγάλα πέτρινα λιθάρια, που γύριζαν γύρω κυκλικά. Πιο παλιά τα λιθάρια αυτά τα τραβούσαν άλογα, τα οποία για να μην ζαλίζονται από τους πολλούς γύρους, τους έκλειναν τα μάτια.
Τα πιεστήρια παλιά δεν ήταν αυτόματα, αλλά πίεζαν τις τσαντίλες, αφού περιστρεφόταν μία μεγάλη σιδερένια πλάκα. Ο κοχλίας στριβόταν με μακριά ξύλα που τα έστρεφαν δύο δυνατοί εργάτες. Κάθε τέτοιο πίεσμα λεγόταν «στάμα»! Ο «καραβοκύρης» του έριχνε και θερμό για να βγει όσο το δυνατόν πιο πολύ λάδι. Μετά οι τσαντίλες αδειάζονταν κάτω και έπεφταν τα «λιοκόκια»! Οι τσαντίλες γεμίζονταν με τον αλεσμένο ελαιόκαρπο από τα λιθάρια, που τον έλεγαν «χαμούρα»!
Τα λιοκόκια πότε-πότε δεν στύβονταν τέλεια, γι’ αυτό τ’ αγόραζε το εργοστάσιο του Λιναρδάκη στην Καλαμάτα, όπου έβγαζε κι άλλο λάδι και έφτιαχνε σαπούνια ή ό,τι άλλο.
Το καυτό νερό έβραζε μέσα στο λιτρουβιό σε μεγάλο καζάνι που έκαιγε με ξύλα. Κάθε παραγωγός που πήγαινε ελιές στο λιτρουβιό, επήγαινε και 2-3 χοντρά ξύλα ελίτικα για το καζάνι. Οι θράκες ήσαν πολλές και εκεί πυρώνονταν όσοι κρύωναν τις χειμωνιάτικες νύχτες περιμένοντας να βγει το λάδι τους. Εκεί, σαν πεινούσαν, καψάλιζαν φέτες ψωμί από καρβέλι, τις βουτούσαν στο λάδι και τις έτρωγαν.
Το πρώτο ξεκίνημα του λιτρουβιού το έλεγαν «άλειμμα», γιατί αλείφονταν όλα τα μηχανήματα του που ήταν για ένα χρόνο σταματημένα. Το λάδι το μετρούσαν με «μπότσες» που αναλογούσαν σε 2 οκάδες η κάθε μια!
Υπήρχαν και τσιμεντένιες δεξαμενές όπου έπεφτε το φρέσκο λάδι. Πριν ανακαλυφθεί το τσιμέντο τις δεξαμενές τις έφτιαχναν με το «καρασάνι» (τριμμένο κεραμίδι με άμμο και αβγό). Μερικά λιτρουβιά είχαν δεξαμενές από τη «θηραϊκή γη» που έφερναν από τη Σαντορίνη…
Τα παλιά λιτρουβιά λειτουργούσαν με ρόδες που τις εγύριζαν λουριά, πολλά λουριά. Το λάδι μεταφερόταν στο σπίτι του νοικοκύρη με ειδικά δοχεία με στόμιο και αδειάζοταν στα ντεπόζιτα ή σε πήλινες τζάρες (πιθάρια), που είχαν στα καταγώγια ή στα παράσπιτα τους (αποθήκες) γι’ αυτό το σκοπό.
Βέβαια εξαιτίας της τότε υποτυπώδους φροντίδας των ελαιώνων (χωρίς καλό κλάδεμα και λίπανση και ταχεία συλλογή καρπού), καθώς και εξαιτίας αυτής της απαρχαιωμένης επεξεργασίας του προϊόντος, παραγόταν ένα λάδι ταγγό και υψηλής οξύτητας(3°-…15°) κατάλληλο πιο πολύ για μηχανέλαιο! Επειδή η έκθλιψη του ελαιοκάρπου γινόταν με τα πρωτόγονα λιοτρίβια, στα 1901 οι Κεφάλας και Σια και έπειτα το 1905 οι Νικολόπουλος και Μητρόπουλος ίδρυσαν ατμοκίνητα Ελαιουργεία δύναμης 16 ίππων. Αργότερα, στα 1911, ιδρύονται και άλλα ατμοκίνητα εργοστάσια για την εξυπηρέτηση των ελαιοπαραγωγών, δύναμης 10 ίππων, από τους: 1) Σάμπαλη και Τσανάκα, 2)Ν. Σπέντζα και Σια, 3)Τσερέπη και Σια και 4) Φαρμάκη και Σια.
Σήμερα τα εργοστάσια δεν έχουν πια λιθάρια, ούτε ρόδες (καρέλια) και λουριά, αλλά πιεστήρια με μεγάλη πίεση! Δεν χρειάζεται λίχνισμα του ελαιοκάρπου και όλα είναι ηλεκτρικά και αυτόματα. Η καταγραφή όμως εκείνων των παλιών λιουτρουβιών έχει οπωσδήποτε ένα συναισθηματικό χαρακτήρα!
Σύμφωνα με την καταγραφή του συγγραφέα Αλέκου Χρυσομάλλη, από το 1900 περίπου λειτούργησαν τα εξής λιτρουβιά (σε χωριά της Πυλίας):
-Στο ΧΑΝΔΡΙΝΟΥ: Των Ιω. Καραμπάτσου, Δημ. Δαρσακλή και Νικόλα Καραχάλιου.
– Στο ΣΟΥΛΗΝΑΡΙ του Α. Γ. Καρλή.
– Στου ΒΕΛΗ του Νικολάου Ζέρβα.
– Στη ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΑ των Ζωντανού Τ. Γ., Κ. Σαϊνη και Φ. Πανταζόπουλου..
– Στο ΚΑΡΑΜΑΝΏΛΗ των Ζωντανού Κ.Π. και Χ. Σαραντόπουλου.
– ΚΆΤΩ ΜΗΝΑΓΙΑ των Μπλουγουραίων και του Ι. Ναού Αγ. Κωνσταντίνου και Ελένης.
– Στην ΙΚΛΑΙΝΑ των Νίκου Μαστοράκη (παππού του γνωστού δημοσιογράφου) και Κ. Καράμπελα.
– Στο ΚΟΡΥΦΑΣΙΟ των Λάμπρου Κατσούλα και Γεωργίου Δρέπανου.
– Στον ΠΗΔΑΣΟ των Δ. Ασημακόπουλου και Χρήστου Κουβελιώτη (πατέρα του πάπα Γιώρη και παππού των αγωνιστών Χρήστου και Παναγιώτη Κουβελιώτη).
– Στην ΠΥΛΟ των Μιχάλη Πιερρακάκη, Γ. Καλδή, Δ. Θεοδωρακόπουλου Γεωργίου Κλασσάνου, Δημητρίου Μπόμπολα, Γεωργίου Λινάρδου, Δημ. Νταϊφώτη και ένα στη ΣΓΡΑΠΑ του Ι. Ναού της.
-Στη ΜΗΛΙΤΣΑ των Δημ. Βουκέρου, Παν. Κουρούμπαλη και Ηλ. Μουλατσιώτη.
– Στου ΚΟΚΚΙΝΟΥ των Ιω.Αλιβιζόπουλου και Π.Τ. Μαρκόπουλου.
– Στο ΚΑΚΟΡΕΜΑ των Α. Γ. Μπουντζούνη και Β.Γ. Μποδίνη.
– Στο ΧΑΡΑΚΟΠΙΟ των Γρηγ. Γιαννάκου, Μ.Θ. Μαθιόπουλου και Κατ. Κισκήρα.
-Στα ΒΟΥΝΑΡΙΑ των Ιω. Καμβύση Χρ. Σαρρή, Γ. Δημητρόπουλου Ι. Κυριακάκη, Α. Σαρρή.
– Στο ΒΑΣΙΛΙΤΣΙ των Ιω. Λαμπρόπουλου και Αντωνίου Λαμπρόπουλου.
-Στο ΚΑΠΛΑΝΙ των Γ. Βελισσαρίου και Ε. Τσόκα.
– Στη ΦΑΛΑΝΘΗ των Σωτήρη Πραντούλα και Δημ. Κατσαργύρη.
– Στην ΚΟΡΩΝΗ των: Γ.Ι. Χριστόπουλου, Πέτρου Τσιρολιά, Κ.Β. Γαϊτάνη Γιαλελή Π., Ταρσούλη Ν. Ταρσούλη Π., Κουλαμπά Κ. (Πρόκειται για το λιτρουβιό της οικογένειας του αγωνιστή Τάσου Κουλαμπά από το Χαρακοπιό), Κυριαζή Μ. Κυριαζή Ράλλη Π., Δρούλη Παγκράτη κ.α.
– Στο ΜΕΣΟΧΩΡΙ των Χρήστου Κανελλόπουλου και Γεωργίου Μαρκόπουλου.
– Στη ΜΕΘΩΝΗ των Νίκου Πετρόπουλου, Ηλία Αγιομαυρίτη, Μαριγώς χήρας Ν.Πολιτόπουλου, Αποστόλη Γουμενάκη.
– Στο ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ΧΩΡΙΟ των Δίον. Βουκέρου και Γιαννούλας χήρας Ψαλίδα.
– Στο ΠΑΝΥΠΕΡΙ των Μιχ. Παντελάνη και Β.Μαρκόπουλου και στο ΠΈΡΑ του Λ. Καρρά.
– Στο ΠΕΤΑΛΙΔΙ των Νίκου Κοτσίρη, Ν.Πιερρακάκου, Δ.Μαρκόπουλου και Ι. Δαμάκου.
-Στου ΧΑΤΖΗ των Σ.Ν.Κυριακόπουλου και Αποστόλη Γιάνναρη.
– Στου ΓΚΡΟΥΣΤΕΣΙ του Γ. Αλεξανδρόπουλου.
– Στο ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ του Β. Δημόπουλου.
Κ.α.

Πηγή: Eφημερίδα «Μεσσηνιακός λόγος«